Μελαγχολία (του Σάρλ Μπωντλαίρ)
Πλούσιο αλλά αδύναμο, γέρο από νωρίς,
Τις υποκλίσεις αγνοεί δασκάλων αυλικών,
Βαριέται με τους σκύλους του και ζώα λογιών λογιών.
Δεν τον τραβάει ποτέ καμιά του κυνηγιού χαρά,
Ούτε ο λαός πεθαίνοντας στ’ ανάκτορο μπροστά.
Του ευνοούμενου τζουτζέ η άγαρμπη μουσική
Το άρρωστο κεφάλι του πια δεν ευχαριστεί·
Η κλίνη η κρινοστόλιστη τάφος είναι θαρρείς
Κι όσες, σαν κάθε άρχοντας, κυρίες της αυλής
Γοητεύει, φόρεμα ζητούν όλο πιο τολμηρό,
Να φέρουν το χαμόγελο στο σκέλεθρο αυτό.
Και αν χρυσάφι φτιάχνει ο σοφός του, αδυνατεί
Να βγάλει απ’ το είναι του ουσία μιαρή
Και με τα αιμάτινα λουτρά, που απ’ τους Ρωμαίους κρατούν
Και που στα γηρατειά τους οι ισχυροί αναζητούν,
Δεν πέτυχε να θερμανθεί το χαύνο το σωρό,
Όπου έχει για αίμα πράσινο της λησμονιάς νερό.
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει
Spleen – (μετ. Γιώργης Σημηριώτης)
Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ’ άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ’ ανάκτορά του φθίνει.
Μα και τ’ αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,
δε διώχνουν τη βαρυθυμιά του άκαρδου αυτού αρρώστου·
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που ‘χει κρινένιαν άρμα
κ’ οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ’ το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.
Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,
δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν’ αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.
Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
βαθύπλουτος μ’ ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια
ούτ’ ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
στ’ αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπό του δεν γελά σκληρό και γκρίζο πάντα
τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι
Ο άγγελός του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
να βγάλει απ’ το είναι του την χαλασμένη ουσία
κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
που στα στερνά τους οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου αρρώστου
που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του.
Μελαγχολία (μετ -Δέσπω Καρούσου
Είμαι σαν το βασιλιά χώρας βροχερής,
πλούσιος, αλλά ανίσχυρος, νέος κι όμως γέρος,
που, τις υποκλίσεις των παιδαγωγών του περιφρονεί,
ανία νιώθει με τους σκύλους του καθώς και με τ’ άλλα ζώα.
Τίποτε να τον φαιδρύνει δεν μπορεί, μήτε κυνήγι, μήτε γεράκι,
μήτε ο λαός που μπροστά στο μπαλκόνι του πεθαίνει.
Του ευνοούμενου γελωτοποιού το γκροτέσκο τραγούδι
δεν τέρπει πια το μέτωπο του σκληρού ασθενή·
η κρινοκέντητη κλίνη του μεταμορφώνεται σε μνήμα,
οι κυρίες της αυλής, που λατρεύουν κάθε πρίγκηπα,
δεν μπορούν να βρουν τολμηρές φορεσιές
για να κερδίσουν ένα χαμόγελο απ’ το νεαρό σκελετό.
Χρυσάφι κι αν φτιάχνει ο σοφός ποτέ δεν μπόρεσε
ν’ αφαιρέσει απ’ το είναι του τη χαλασμένη ύλη,
μήτε μες σ’ αυτά τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά
που οι ηγεμόνες στη γεροντική ηλικία θυμούνται,
μπόρεσε να ξαναζεστάνει αυτό το ηλίθιο κουφάρι
όπου αντί για αίμα στις φλέβες του κυλά
του ποταμού της Λήθης το πράσινο νερό.
Spleen (μετ. -Αντώνης Πρωτοπάτσης)
Πλούσιος κι όμως ανίσχυρος, νέος κι όμως πολύ γέρος
Που των δασκάλων χόρτασε τους χίλιους τεμενάδες,
Βαριέται και με τα σκυλιά καθώς και μ ’άλλα ζώα
Και δεν τ’ ανοίγει την καρδιά κυνήγι ουδέ φαλκόνι,
Του ευνοούμενου τζουτζέ το παλαβό τραγούδι
Δε μερώνει το μέτωπο του σκληρόψυχου αρρώστου·
Τάφος το κρινοπλούμιστο του φαίνεται κρεβάτι·
Κι αν κάθε βασιλόπουλο οι παλατιανές κυράδες
Τ’ αρέσουν, άδικα ζητούν αδιάντροπη τουαλέτα
Του ζωντανού του σκελετού χαμόγελο να πάρουν.
Ποτέ δεν μπόρεσε ο σοφός που φτιάνει του χρυσάφι
Να βγάλει μέσ’ απ’ το είναι της φθοράς το στοιχείο,
Και μέσα στα αιματόλουτρα, που απ’ τους Ρωμαίους κρατούμε
Και τα θυμούνται οι δυνατοί στα τέλη της ζωής τους
Δε μπόρεσε τ’ αλίμονο κουφάρι να ζεστάνει
Που οι φλέβες του πρασινωπό κυλούν νερό της λήθης.
***********************
Spleen λέγεται στα γαλλικά η μελαγχολία που είναι μαζί και πλήξη και ανία και βαρυθυμία. Το ποίημα Spleen από την συλλογή Les fleurs du mal του ποιητή Charles Baudelaire, έχει μεταφραστεί πολλές φορές μέχρι σήμερα. Στην ανάρτηση αυτή βρίσκετε ορισμένες μεταφράσεις, με πρώτη εκείνην που προτιμώ.
Φωτογραφίες Melusine από βιβλίο του 1909 με τα ποιήματα στα γαλλικά.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου